ΑΝ Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ, ΠΟΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΘΑ ΜΑΣ ΕΔΙΝΕ;

Αν ο εγκέφαλος είχε φωνή, μάλλον δεν θα ξεκινούσε με στόχους, επιτυχίες και παραγωγικότητα.
Δεν θα μας ρωτούσε πόσα προλάβαμε μέσα στη μέρα.

 

Πιθανότερο είναι ότι θα μας σταματούσε απαλά και θα έλεγε:

 

«Πρόσεξε τι ιστορίες μου λες.»
«Δεν μπορώ πάντα να ξεχωρίσω αν ο κίνδυνος είναι πραγματικός ή υποθετικός.»
«Χρειάζομαι ύπνο, παύσεις και ρυθμό για να δουλεύω καθαρά.»

Στην κλινική πράξη βλέπω συχνά ανθρώπους που λειτουργούν εξαιρετικά προς τα έξω, αλλά εσωτερικά ζουν σε μόνιμη επιφυλακή. Σαν ο οργανισμός τους να βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση ετοιμότητας, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάτι αντικειμενικά απειλητικό στο περιβάλλον.

 

Και αυτό δεν είναι θέμα χαρακτήρα.
Είναι θέμα νευρικού συστήματος.

 

Ο εγκέφαλος δεν αγαπά τα σενάρια καταστροφής

 

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι όργανο επιβίωσης. Πριν σκεφτεί, πριν αξιολογήσει λογικά, πριν δημιουργήσει, κάνει μια ταχύτατη σάρωση:

 

Είμαι ασφαλής ή όχι;

 

Όταν βομβαρδίζεται συνεχώς με σκέψεις απειλής, αβεβαιότητα ή εσωτερικούς διαλόγους που προβλέπουν το χειρότερο, δεν περιμένει να συλλέξει στοιχεία. Αντιδρά σαν να έχει ήδη ξεσπάσει φωτιά.

 

Το σώμα μπαίνει σε συναγερμό: η καρδιά επιταχύνει, η αναπνοή γίνεται ρηχή, οι μύες σφίγγουν, το πεδίο σκέψης στενεύει.

 

Ακόμη κι όταν η κατάσταση δεν είναι πραγματικά επικίνδυνη, ο εγκέφαλος μπορεί να την ερμηνεύει ως απειλή και να κινητοποιεί ολόκληρο τον οργανισμό.

 

Για παράδειγμα: μια γυναίκα ανοίγει το κινητό της και βλέπει μήνυμα από τον σύντροφό της που γράφει απλώς «Θα μιλήσουμε μετά». Δεν υπάρχει καμία απειλή στη φράση. Κι όμως, μέσα σε δευτερόλεπτα το στομάχι της σφίγγεται. Η καρδιά ανεβάζει ρυθμό. Οι ώμοι της σηκώνονται. Το μυαλό γεμίζει σκέψεις: «Κάτι έγινε. Έκανα κάτι λάθος. Θα με αφήσει.»

 

Ο εγκέφαλος δεν εξετάζει αποδείξεις εκείνη τη στιγμή. Σηκώνει συναγερμό —όχι επειδή υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, αλλά επειδή ένα ουδέτερο ερέθισμα άγγιξε μνήμες απειλής από το παρελθόν.

 

Λίγο πιο πέρα, ένας άντρας κάθεται στο αυτοκίνητό του περιμένοντας απάντηση για μια δουλειά. Περνούν ώρες χωρίς ειδοποίηση. Τα χέρια του ιδρώνουν. Το στήθος βαραίνει. Η σκέψη επαναλαμβάνει: «Με απέρριψαν. Δεν ήμουν αρκετός.»

 

Στην πραγματικότητα, το email απλώς δεν έχει φτάσει ακόμη.
Ο κίνδυνος δεν είναι άμεσος — όμως το νευρικό σύστημα έχει ήδη ενεργοποιηθεί.

 

Δεν είμαστε φτιαγμένοι για διαρκή εγρήγορση

 

Το νευρικό μας σύστημα δεν σχεδιάστηκε για να ζει σε μόνιμο συναγερμό. Χρειάζεται εναλλαγή. Κύματα έντασης και αποφόρτισης. Δράση και ξεκούραση.

 

Όταν αυτό δεν συμβαίνει — όταν λείπουν ο ύπνος, οι παύσεις και οι στιγμές επιβράδυνσης —τότε η σκέψη θολώνει, η αντοχή μειώνεται και ο κόσμος μοιάζει πιο απειλητικός απ’ όσο είναι.

 

Ο ύπνος δεν είναι χαμένος χρόνος. Είναι εργαστήριο αποκατάστασης: εκεί ο εγκέφαλος οργανώνει πληροφορίες, ρυθμίζει το συναίσθημα, επεξεργάζεται εμπειρίες.

 

Πριν από την απόδοση, προηγείται η ασφάλεια

 

Στην ψυχοθεραπεία μιλάμε συχνά για τη νευροβιολογική ασφάλεια — την κατάσταση στην οποία το σώμα αισθάνεται πως δεν χρειάζεται να αμύνεται διαρκώς.

 

Όταν υπάρχει αυτή η βάση:

 

– η σκέψη καθαρίζει
– τα συναισθήματα γίνονται διαχειρίσιμα
– οι σχέσεις αποκτούν βάθος
– το σώμα χαλαρώνει
– ανοίγει χώρος για δημιουργικότητα

 

Η ασφάλεια δεν επιβάλλεται με λογικά επιχειρήματα. Καλλιεργείται μέσα από εμπειρίες: ρυθμική αναπνοή, σταθερότητα, παύση, όρια που προστατεύουν, σχέσεις όπου δεν χρειάζεται να είμαστε σε άμυνα.

 

Μια κρίσιμη διευκρίνιση: γονίδια, περιβάλλον και άγχος

 

Όταν λέμε ότι το άγχος και η υπερεγρήγορση δεν είναι θέμα χαρακτήρα, εννοούμε κάτι πολύ συγκεκριμένο: ότι το νευρικό σύστημα έχει μάθει —βιολογικά— να λειτουργεί σε αυξημένη ετοιμότητα.

 

Αυτό μπορεί να οφείλεται σε γενετική προδιάθεση, σε πρώιμες εμπειρίες ζωής ή σε ένα περιβάλλον όπου η ένταση, η απρόβλεπτη συμπεριφορά ή η συναισθηματική ανασφάλεια ήταν συχνές. Το σώμα προσαρμόστηκε για να προστατευτεί.

 

Δεν είναι ελάττωμα.
Είναι προσαρμογή.

 

Άρα τι ευθύνη έχει ο ενήλικας;

 

Εδώ χρειάζεται μια λεπτή αλλά ουσιαστική διάκριση.

 

Δεν είμαστε υπεύθυνοι για το πώς διαμορφώθηκε αρχικά το νευρικό μας σύστημα.
Είμαστε όμως υπεύθυνοι — ως ενήλικες — για το αν θα συνεχίσουμε να ζούμε χωρίς να το φροντίζουμε.

 

Όχι με την έννοια της ενοχής.
Με την έννοια της δυνατότητας αλλαγής.

 

Η θεραπευτική δουλειά δεν λέει:
«φταις που αγχώνεσαι».

 

Λέει:

 

«Τώρα που ξέρεις τι συμβαίνει στο σώμα σου, μπορείς να μάθεις νέους τρόπους ρύθμισης».
Η ευθύνη εδώ είναι αναπτυξιακή.

 

Σημαίνει:

 

– να παρατηρείς πότε το σώμα μπαίνει σε συναγερμό
– να μην ταυτίζεσαι απόλυτα με τις σκέψεις φόβου
– να καλλιεργείς ρυθμό, ύπνο και προστατευτικά όρια
– να ζητάς βοήθεια
– να εκπαιδεύεις ξανά το νευρικό σου σύστημα με νέες εμπειρίες ασφάλειας

 

Αυτό ονομάζεται νευροπλαστικότητα: ο εγκέφαλος αλλάζει.

 

Όχι στιγμιαία.
Αλλά αλλάζει.

 

Αν ο εγκέφαλος μιλούσε…

 

Ίσως να μην μας έδινε συνθήματα επιτυχίας.

 

Ίσως να μας άφηνε λέξεις πιο γειωμένες:

 

ασφάλεια
ρυθμός
παύση
ύπνος
αναπνοή
σύνδεση
φροντίδα
παρουσία

 

Γιατί πριν αλλάξουμε σκέψεις, τρόπους ζωής και στόχους, χρειάζεται κάτι πιο βασικό:

 

ένα σώμα που να μην βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή.

 

Ίσως, τελικά, το πιο γενναίο πράγμα σήμερα δεν είναι να πιέσουμε λίγο ακόμη τον εαυτό μας.

 

Είναι να τον ακούσουμε.

 

Και να αρχίσουμε να ζούμε στον ρυθμό που μπορεί να μας κρατήσει υγιείς —
όχι στον ρυθμό του κόσμου,
αλλά στον ρυθμό της ίδιας μας της νευροβιολογίας.

0
Feed

Γράψτε ένα σχόλιο